"Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη / να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος / γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις..."

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ / CHRISTMAS STORY

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

-------------------------------------------------------------------------------------

«Το ιπτάμενο κλειδί»

Ήταν Παραμονή Πρωτοχρονιάς, βράδυ, και έπεσα για ύπνο για άλλη μια φορά στενοχωρημένος, γιατί οι διακοπές των Χριστουγέννων είχαν φτάσει στη μέση, ο καιρός όλο και καλυτέρευε και δεν είχε ακόμη χιονίσει. Δυστυχώς, όμως, όλα αυτά μου προκάλεσαν αϋπνία. Έφτασε τα μεσάνυχτα και εγώ ακόμα να κοιμηθώ. Κάθε τόσο σηκωνόμουν και κοιτούσα από το παράθυρο για να δω αν χιονίζει. Τελικά, με πήρε ο ύπνος κατά τις 2:30 π.μ.


Δεν πρόλαβα να κοιμηθώ για πολύ και ένας περίεργός ήχος, που μάλλον προερχόταν απ’ έξω μ’ έκανε να αναστατωθώ. Σηκώνομαι, ανοίγω το παντζούρι και τι να δω: τα πάντα ήταν χιονισμένα. Βγαίνω έξω να πιάσω λίγο χιόνι. Πριν προλάβω, ακούω πάλι τον ίδιο περίεργο ήχο, αλλά αυτή τη φορά πιο δυνατά. Έκπληκτος, βλέπω ένα ιπτάμενο κλειδί που προσπαθούσε να ξεκλειδώσει μια πόρτα, πίσω από την οποία δεν υπήρχε τίποτα! Κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε. Γρήγορα γρήγορα κατέβηκα κάτω στην πυλωτή της πολυκατοικίας (με τις πιτζάμες και τις παντόφλες) και πήγα να δω τι ήταν αυτή η πόρτα. Όμως είχε κλείσει, ήδη, και όσο και αν προσπαθούσα δεν μπορούσα να την ανοίξω, γιατί ήταν κλειδωμένη. Περίμενα λίγο μήπως και ξαναπεράσει κάποιο ιπτάμενο κλειδί. Ξαφνικά, αισθάνθηκα κάποιον ή καλύτερα κάτι να μου χτυπάει την πλάτη. Ήταν το ιπτάμενο κλειδί. Το πήρα και άνοιξα την πόρτα.
Κατά ένα περίεργο τρόπο, πίσω από αυτήν, παρόλο που φαινόταν ότι δεν υπήρχε τίποτα, στην πραγματικότητα βρισκόταν ένας άλλος κόσμος. Μικροί νάνοι, σαν ξωτικά, κυκλοφορούσαν στους διαδρόμους κρατώντας ο καθένας τους ένα ιπτάμενο κλειδί! Σταμάτησα ένα ξωτικό που περνούσε από κοντά μου και το ρώτησα τι κάνουν. Αυτό μου απάντησε ότι ο Άϊ Βασίλης έπρεπε να μοιράσει τα δώρα του, όμως ένας κακός καλικάντζαρος του είχε σπάσει το έλκηθρο και του είχε κλέψει τους δύο ταχύτερους ταράνδους κι έτσι δε θα μπορούσε να τα μοιράσει. Του είπα ότι θα τους βοηθούσα να φτιάξουν το έλκηθρο. Όσο για τους ταράνδους, κάτι θα σκεφτόμασταν. Τους είπα ότι έπρεπε να πάω σπίτι μου να φέρω κάποια από τα εργαλεία του πατέρα μου. Όταν γύρισα, πέσαμε όλοι με τα μούτρα στη δουλειά και στο τέλος το έλκηθρο ολοκληρώθηκε.
Τότε, περάσαμε στο θέμα των ταράνδων. Πήγα εγώ ο ίδιος στον καλικάντζαρο -τάχα σαν φίλος του- ενώ τα ξωτικά προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να πάρουν πίσω τους ταράνδους. Ψάχνοντας, τα ξωτικά ανακάλυψαν ότι ο καλικάτζαρος είχε κλέψει και τα μαγικά κολιέ των ταράνδων, αυτά που τους έκαναν να πετάνε. Μου το είπαν με τρόπο κι εγώ με μερικά κομπλιμέντα που έκανα στον καλικάντζαρο κατάφερα να του τα πάρω πίσω.


Τελικά, η καλή συνεργασία όλων μας είχε ως αποτέλεσμα ο Άϊ Βασίλης να καταφέρει να μοιράσει τα δώρα του. Πριν ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι του σε όλες τις χώρες του κόσμου, με ρώτησε τι δώρο θα ήθελα. Αφού σκέφτηκα λίγο, του ζήτησα διστακτικά το ιπτάμενο κλειδί που ανοίγει την πόρτα του μαγικού δωματίου του. Τον είδα σκεφτικό. Τελικά, κούνησε το κεφάλι του θετικά σα να συμφωνούσε.
Τον χαιρέτησα και γύρισα στο σπίτι. Είχε, ήδη, ξημερώσει. Πήγα στο σαλόνι και είδα την αδερφή μου να κάθεται κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και να ανοίγει το δώρο της. Έτρεξα, γεμάτος περιέργεια, ν΄ ανοίξω κι εγώ το δικό μου. Και τι να δω: μπροστά μου είχα το ιπτάμενο κλειδί! Δεν ταίριαζε σε καμία πόρτα του σπιτιού μου, όπως ήταν φυσικό. Όμως, μπορούσα να το χρησιμοποιήσω για να πάω σ’ αυτό το φανταστικό μέρος. Και φυσικά, μου θύμιζε αυτή τη φανταστική περιπέτεια που έζησα την παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Γιώργος Ιωαννίδης
Τμήμα Α2


-------------------------------------------------------------------------------------

«Η κατάρα»

Ήταν χειμώνας, τα παιδιά διασκέδαζαν στο χιόνι παίζοντας χιονοπόλεμο και ο κύριος Γιάννης έβλεπε το ευχάριστο αυτό θέαμα, πίνοντας τον καφέ του στη βεράντα. Όλα τα παιδιά της γειτονιάς του τα θεωρούσε παιδιά του. Τα γειτονάκια του πολλές φορές το μήνα τον επισκέπτονται γιατί ξέρουν ότι ο κυρ. Γιάννης τους δίνει γλυκά και γλειφιτζούρια.


Ένα βράδυ ο κυρ Γιάννης περνούσε την ώρα του βλέποντας τηλεόραση. Ξαφνικά κάποιος χτύπησε το κουδούνι του. Ανοίγοντας την πόρτα, βλέπει μια μάγισσα. Αυτή τον ρώτησε αν θα ήθελε να μάθει το μέλλον του. Αυτός όμως με μια χαρακτηριστική κίνηση της έκλεισε την πόρτα. Εκείνη τη στιγμή ο κυρ Γιάννης άκουσε τα τελευταία λόγια της πριν φύγει. Δεν πολυκατάλαβε τι είπε, αλλά δεν τον ένοιαξε. Αμέσως μετά άκουσε ένα τρομακτικό βουητό. Δεν τρόμαξε όμως γιατί νόμιζε ότι ήταν από το σπασμένο παράθυρο που το διαπερνούσε αέρας.
Το άλλο πρωί διασχίζοντας το χολ του σπιτιού του είδε μπροστά του ένα φάντασμα. Τότε ο κυρ Γιάννης πέταξε την παντόφλα του στο φάντασμα, αλλά το φάντασμα την απορρόφησε λες και ήταν φτιαγμένο από βαμβάκι. Αμέσως άρχισε να του πετάει διάφορα αντικείμενα π.χ. παπούτσια, βάζα, ομπρέλες κ.α. Ξαφνικά το φάντασμα εξαφανίστηκε μπροστά από τα μάτια του.
Ο κυρ Γιάννης κατάλαβε ότι η μάγισσα τον είχε καταραστεί. Ο απελπισμένος άντρας φώναξε τα παιδιά της γειτονιάς να τον βοηθήσουν. Τα παιδιά αποφάσισαν να κοιμηθούν στο σπίτι του για να αντιμετωπίσουν μαζί το φάντασμα. Καθώς τα παιδιά ήταν έτοιμα να κοιμηθούν είδαν μπροστά τους το φάντασμα. Τότε άρχισαν να τσιρίζουν από τον τρόμο τους. Οι τσιρίδες ξύπνησαν τον κυρ Γιάννη. Αυτός πήρε αμέσως ένα μαχαίρι με σκοπό να σφάξει το φάντασμα. Αυτή η προσπάθεια δεν είχε αποτέλεσμα.


Τότε ένα παιδί πήρε την ηλεκτρική σκούπα, την άναψε και ρούφηξε το φάντασμα στο εσωτερικό της σκούπας. Έπειτα, ο κυρ Γιάννης αρπάζει από τα χέρια του παιδιού τη σκούπα, τη βάζει σε ένα κουτί και το κλειδώνει. Τρέχοντας βγήκε από το σπίτι κρατώντας το κουτί και το πέταξε μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, τελειώνοντας το θέμα, να ξαναγυρίσει στο σπίτι του το φάντασμα.
Αφού αυτή η Ιστορία είχε τελειώσει ο κυρ Γιάννης κέρασε στα παιδιά μια ζεστή σοκολάτα για τη βοήθεια που είχαν καταβάλει.
Υπάρχει από τότε ένας θρύλος, ότι όποιος ανοίξει αυτό το κουτί, η μάγισσα θα τον καταραστεί για όλη του τη ζωή.

Μιχάλης Ευθυμίου
Τμήμα Α2


-------------------------------------------------------------------------------------

«Τα λευκά τριαντάφυλλα»

Ήταν μια χειμωνιάτικη νύχτα Παραμονή Χριστουγέννων. Ο μικρός Πέτρος κρύωνε όπως καθόταν μέσα στο χιόνι στην αυλή του σπιτιού του. Δεν είχε ζεστές μπότες να φορέσει και τα λεπτά πάνινα αθλητικά παπούτσια του, που είχαν μερικές τρύπες, δεν μπορούσαν να προστατεύσουν από το κρύο τα μικρά του πόδια. Ο Πέτρος σκεφτόταν να βρει μια καλή ιδέα για να κάνει δώρο στη μητέρα του για τα Χριστούγεννα. «Τι στενοχωριέμαι έλεγε; Έτσι κι αλλιώς, ακόμη κι αν μου έρθει μία καλή ιδέα, δεν έχω καθόλου χρήματα». Από τότε που πέθανε ο πατέρας του πριν από τρία χρόνια, η οικογένεια δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα.

Η μητέρα του δούλευε βραδινές βάρδιες στο νοσοκομείο της περιοχής, αλλά ο μικρός μισθός της δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειας. Ο Πέτρος είχε δύο μεγαλύτερες και μία μικρότερη αδελφή, οι οποίες φρόντιζαν το νοικοκυριό όσο έλειπε η μητέρα τους. Και οι τρεις αδελφές του είχαν ήδη φτιάξει πανέμορφα δώρα για τη μητέρα τους.
Σκουπίζοντας το δάκρυ που έπεφτε από τα μάτια του, ο Πέτρος άρχισε να περπατάει προς το δρόμο με τα καταστήματα. Περπατούσε από κατάστημα σε κατάστημα κοιτάζοντας τις στολισμένες βιτρίνες. Όλα ήταν τόσο όμορφα, αλλά και τόσο απλησίαστα για εκείνον.
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ξαφνικά τα μάτια του έπεσαν σε κάτι που γυάλιζε στην άκρη του δρόμου. Έσκυψε και ανακάλυψε ότι ήταν 2€. Κανείς δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο πλούσιος όσο ο Πέτρος.! Μπήκε στο πρώτο κατάστημα που είδε και ο πωλητής του είπε ότι δεν μπορούσε να αγοράσει τίποτα.
Βγαίνοντας από το κατάστημα, είδε απέναντι ένα ανθοπωλείο και μπήκε μέσα. Όταν ο καταστηματάρχης τον ρώτησε πώς θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει, ο Πέτρος του έδειξε τα 2€ και τον ρώτησε αν μπορούσε να αγοράσει ένα λουλούδι για να το δωρίσει στη μητέρα του για τα Χριστούγεννα. Ο ανθοπώλης τότε του είπε να περιμένει λίγο. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο ανθοπώλης που προχώρησε προς το ταμείο. Ακούμπησε πάνω στον πάγκο, δώδεκα λευκά τριαντάφυλλα τυλιγμένα με ασημένια κορδέλα και ένα μεγάλο φιόγκο. Ο μικρούλης Πέτρος με αργές κινήσεις σήκωσε το χέρι του για να δώσει στον ανθοπώλη τα 2€. Κανείς άλλος δεν του έδινε τίποτα μόνο για 2€ ! Βγαίνοντας από την πόρτα που ο ανθοπώλης του κρατούσε ανοιχτή, τον άκουσε να λέει «Χαρούμενα Χριστούγεννα, μικρέ».

Ο ανθοπώλης διηγήθηκε στη γυναίκα του την ιστορία που του θύμισε τα παιδικά του χρόνια, καθώς μία φωνή του έλεγε να κρατήσει τα δώδεκα από τα καλύτερα τριαντάφυλλά μου για κάποιο ειδικό δώρο. Την ίδια φωνή είχε ακούσει από έναν κύριο που τον σταμάτησε στο δρόμο και του έδωσε ένα χιλιάρικο. Ο ανθοπώλης και η γυναίκα του αγκαλιάστηκαν σφιχτά κι έτσι αγκαλιασμένοι βγήκαν στον παγωμένο χειμωνιάτικο αέρα ... οι καρδιές τους όμως ήταν τόσο ζεστές που δεν ένιωθαν καθόλου το κρύο...

Μάγδα Ζέλιου
Τμήμα Α2


-------------------------------------------------------------------------------------

«Το ταξίδι του 'Νίκου'»



Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μεγάλο δέντρο ζούσε ο Νίκος, το σαλιγκαράκι. Ήταν ένα σαλιγκάρι με μπεζ σώμα και καφετί κέλυφος. Μια μέρα αποφάσισε να επισκεφτεί τους γονείς του, που έμεναν στο διπλανό κλαδί. Λοιπόν, ξεκίνησε να φύγει για το διπλανό κλαδί αλλά, ξάφνου, είδε ένα μεγάλο σπουργίτι να κάθεται μπροστά του.
-Ωχ, Παναγίτσα μου! αναστέναξε ο Νίκος, τι θα κάνω τώρα;
Ο Νίκος πανικοβλήθηκε. Δεν μπορούσε να προσπεράσει το σπουργίτι, ούτε να γυρίσει στο σπίτι του, γιατί ήταν μισό κλαδί απόσταση… Ήξερε ότι ήρθε το τέλος του! Τότε το σπουργίτι έσκυψε, έβαλε τον Νίκο, το σαλιγκαράκι, στο στόμα του, και πέταξε ψηλά, στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου, όπου βρισκόταν η φώλια του. Το σπουργίτι άφησε τον Νίκο στη φωλιά του και πέταξε μακριά για να βρει κι άλλο φαγητό. Τότε ο Νίκος βρήκε την ευκαιρία να γλιστρήσει προς τα κάτω, θέλοντας να φτάσει στον προορισμό του.
Ο Νίκος προχωρούσε για δέκα ολόκληρα λεπτά. Δεν είχε φτάσει ακόμη στο κλαδί του, βρήκε όμως μια ωραία τρύπα για να ξαποστάσει. Μπήκε μέσα στην τρύπα και είδε μια οικογένεια σκίουρων.
- Έλα μέσα να φας μαζί μας! Είπε η μαμά σκιουρίνα. «Πολύ ευγενικοί σκίουροι!», σκέφτηκε ο Νίκος.


Ο Νίκος έμεινε μαζί τους τουλάχιστον δυο ώρες. Κάποια στιγμή τα παιδάκια-σκιουράκια πρότειναν να βγουν έξω να παίξουν οι τρεις τους. Καθώς ο Νίκος έπαιζε με τα σκιουράκια, κατά λάθος έπεσε από το κλαδί. Τα σκιουράκια τρόμαξαν πολύ, όμως ο Νίκος, για καλή του τύχη έπεσε ακριβώς μπροστά από το σπίτι των γονιών του. Επιτέλους, ο Νίκος, το σαλιγκαράκι, έφτασε στον προορισμό του!

Αναστασία Εγίνογλου
Τμήμα Α2


-------------------------------------------------------------------------------------

Επιμέλεια ιστοσελίδας: Φιλοθέη Κολίτση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου