"Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη / να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος / γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις..."

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Του γιοφυριού της Άρτας

Δημοτικά τραγούδια
Παραλογές 

Του γιοφυριού της Άρτας

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι-ν-εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Oλημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται!»
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σα χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε, ανθρωπινή λαλίτσα:
«Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει·
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
πόρχεται αργά τ' αποταχύ* και πάρωρα* το γιόμα».

Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι».

Να τηνε κι εξανάφανεν* από την άσπρη στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
«Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας κι είναι βαργωμισμένος*;
– Το δαχτυλίδι τόπεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει και ποιος να βγει το δαχτυλίδι νά 'βρει;
– Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά' σ' το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά βρω».

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε·
«Τράβα, καλέ μ', τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα».
Ένας πιχάει* με το μυστρί*, κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.

«Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό* μας!
Τρεις αδερφάδες είμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη*,
κι εγώ η πλιο στερνότερη* της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο*, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.

– Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πόχεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχει* και περάσει».
Κι αυτή το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει.
«Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τι έχω αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει».

*αποταχύ: νωρίς το πρωί *πάρωρα: πριν από την ώρα *εξανάφανεν: φάνηκε να έρχεται *βαργωμισμένος: στεναχωρημένος, δύσθυμος *πιχάει: μυστρίζει τη λάσπη, σοβατίζει *μυστρί (μύστρον, μυστρίον): το τριγωνοειδές εργαλείο των κτιστών *ριζικό: μοίρα, πεπρωμένο *Αφράτης: Ευφράτης *η πλιο στερνότερη: η πιο μικρή *καρυόφυλλο: το φύλλο της καρυδιάς *μη λάχει: μην τύχει

***

Του νεκρού αδελφού
Η υπερφυσική ιστορία του νεκρού αδελφού, που τον σηκώνουν από το μνήμα οι κατάρες της μάνας, για να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε, είχε, όπως μαρτυρούν οι πολλές παραλλαγές, ευρύτατη διάδοση όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά και στους βαλκανικούς και τους άλλους λαούς της Ευρώπης.
Η προέλευση του τραγουδιού αυτού έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές. Σήμερα όλοι συμφωνούν ότι το τραγούδι είναι από τα πιο παλιά ελληνικά τραγούδια και πλάστηκε πριν από τον 9ο μ.Χ. αιώνα στην περιοχή της Μ. Ασίας. Ακόμη υποστηρίζεται ότι ο μύθος του συνδέεται με την αρχαία μυθολογία, την επάνοδο του Άδωνη στη γη ή την ιστορία της Δήμητρας και της Κόρης.
Το θέμα το έχουν χρησιμοποιήσει στα έργα τους πολλοί λογοτέχνες, Έλληνες και ξένοι. Ο C. Fauriel είχε επισημάνει τις ομοιότητες που παρουσιάζει η μπαλάντα Λεονόρα (1773) του Γερμανού ποιητή G. A. Bürger με το Τραγούδι του νεκρού αδελφού. Από τους Έλληνες δραματοποίησαν το τραγούδι ο Αργ. Εφταλιώτης, ο Φώτος Πολίτης και ο Ζ. Παπαντωνίου.
5
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
 Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
10
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
15 
αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ' άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
20
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
25  
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
30
το τάξιμο που μου 'ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
35 
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
40
«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
-   Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να 'ρθω.
- Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
45  
Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
50 
-   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
55
-   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
-   Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
-  Φοβούμαι σ', αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,
60 
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ' άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
65 
«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Άφησ', Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ' ας λέγουν.
-   Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν' η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».
70 

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
75  
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
80 
«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
-   Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είν' αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;

-   Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».
Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.
μπάλσαμο, καρυοφύλλι: μυριστικά φυτά του κήπου.


***

Της νύφης που κακοπάθησε

Η μεταβολή της τύχης ήταν πολύ συνηθισμένο θέμα στο θέατρο από την εποχή της αρχαιότητας ακόμη. Εκτός όμως από το θέατρο, το ίδιο θέμα το συναντούμε συχνά και στους αρχαίους έλληνες λυρικούς (Θέογνις, Πενία· Αρχίλοχος, Θάρρος στις δοκιμασίες· Σιμωνίδης ο Κείος, Ασταθή τα ανθρώπινα κ.ά.).         

 
5
Ελένη προξενολογούν, Ελένη κάνουν νύφη.
Μήνες τση τάζουν τα προικιά και χρόνους τ' αντιπροίκια.
Τση τάζει κι ο πατέρας της κάτεργ' αρματωμένα,
τση τάζουν και τ' αδέρφια της καράβια φορτωμένα,     
τση τάζει κι η μανούλα της κρυφά δέκα χιλιάδες,
10
χρυσό θρονί να κάθεται, χρυσό μήλο να παίζει.

Μα 'ρτανε οι χρόνοι δίσεφτοι κι οι μήνες οργισμένοι
κι έφαε ο νιος τα πλούτη του κι η κόρη το προικιό της.
Η πεθερά ξενόπλενε κι η νύφη ξεναλέθει,
ο πεθερός ξενόσκαφτε κι ο νιος ξενοκλαδεύει.
15       

Μία Κυριακή και μία Λαμπρή, μία πίσημον ημέρα
την πήρε το παράπονο κι η πίκρα τ'ς η μεγάλη:
 -    Θέλω να πάω στη μάνα μου, να πάω στα γονικά μου
 -    Ελένη, πλούσια σ' ήφερα, φτωχή πού να σε πάω,
 που ντρέπομαι τ' αδέρφια σου, φοβούμαι τους δικούς σου;
20

Κι εκείνη δεν τον άκουσε, μονάχη της κινάει
και πήρε το στρατί στρατί, τ' ωριό το μονοπάτι.
Στην στράταν οπού πήαινε, τον Θιόν επαρακάλει:
«Χριστέ, να βρω τσι δούλες μου στη βρύση να λευκαίνουν».

Κι ο Θεός την εσυνάκουσε και η Κυρά του κόσμου
25
και έβρηκε τσι δούλες της στη βρύση που λευκαίναν.

- Καλώς την την ξανθούλα μας, τι θέλεις, τι γυρεύεις;
- Να πιω δότε μου το νερό κι αμά σας κουβεντιάζω·
να πείτε της κυρούλας σας για δούλα να με πάρει.
- Εμείς κοπέλες έχομε, κοπέλες και κοπέλια·
30
κι εσένα τι σε θέλομε, σαν τι δουλειά να κάνεις;
Ε, να ντο πούμε τση κυράς, ανίσως και σε θέλει.

- Μωρές, ποιος έπιε στο σικλί; Εδώ χνότα μυρίζουν.
- Κυρά, μια ξένη έλαχε στη βρύσην αποκάτου
και μας επαρακάλεσε για δούλα να ντην πάρεις.
35
- Μωρές, δεν την ρωτούσατε, μην είναι η Ελένη;
- Κυρά, την ερωτήσαμε, μα δεν είναι η Ελένη,
δεν είναι η Ελένη σου, δεν είναι το παιδί σου.
- Σύρτε, ρωτήσατέ τηνε, το τ' είναι η δουλειά της

- Μας είπε η κυράτσα μας, τι ξέρεις και δουλεύεις;
40
- Ξέρω και φαίνω στο βλαντί και φαίνω στο βελούδο.

- «Σύρτε να τήνε βάλετε εις το βλαντί τ'ς Ελένης».

Επήγαν και τη βάλανε εις το βλαντί τ'ς Ελένης»,
κι αρκίνησε και έφαινε κι έλεγε μοιρολόι:

«Γάγιο μου, χρυσογάγιο μου, πάλι χρυσό μου γάγιο,
45

βλαντί μου, όντες σ' ανάσταινα, με προξενολογούσαν,
μήνες μοτάζαν τα προικιά και χρόνους τ' αντιπροίκια.
Μου τάζει κι ο πατέρας μου κάτεργ' αρματωμένα,
μου τάζει κι η μανούλα μου κρυφά δέκα χιλιάδες,
50       
χρυσό θρονί να κάθομαι, χρυσό θρονί να παίζω.
Μα 'ρταν οι χρόνοι δίσεφτοι κι οι μήνες οργισμένοι,
τρώγει άνδρας μου τα πλούτη μου κι εγώ το μερτικό μου,
η πεθερά ξενόπλενε κι εγώ εξεναλέθου,
 ο πεθερός ξενόσκαφτε κι ο νιος ξενοκλαδεύει».
           

Κι η μάνα επαραμόνευε οπίσω από την πόρτα.
Τρέχει ογλήγορα εκεί, γλυκά την αγκαλιάζει:

- «Εσύ 'σαι η Ελένη μου, εσύ 'σαι το παιδί μου!».
τση: της.
κάτεργο: καράβι (πολεμικό ή πειρατικό) με πανιά και με δυο ή τρεις σειρές κουπιά.
δίσεφτος: δυσοίωνος, κακοσημαδιακός.
λευκαίνω: πλένω.
αμά: μετά.
σικλί(το): κουβάς.
βλαντί: πολύτιμο ύφασμα (συνήθως πορφυρό).
γάγιο (το): ενέχυρο, ανταμοιβή, μισθός.

 ***


Η Ευγενούλα

Η Ευγενούλα η μοσχονιά κ’ η μικροπαντρεμένη
εβγήκε και παινεύτηκε πως Χάρο δε φοβάται,
γιατί έχει τα σπίτια της ψηλά, άντρας της παλικάρι,
γιατί έχει τους εννιά αδερφούς τους καστροπολεμιτές ,
που όλα τα κάστρα πολεμούν και χώρες παραδίδουν.
Κι ο Χάρος απού τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη,
κι άγριο πουλί  εγίνηκε, σαν άγριο χελιδόνι,
και πήγε και σαϊτεψε την μοναχή την κόρη
μες στο λιανό το δάχτυλο, που’ χε τον αρραβώνα,
και μπαινοβγαίνουν οι γιατροί και γιατρεμό δεν έχει
και μπαινοβγαίν’ η μάνα της με τα μαλλιά λυμένα.
-Τ’ έχεις, μανούλα μου, και κλαίς, τ’ έχεις και αναστενάζεις;
-Πώς να μην γκλάψω, κόρη μου, να μην αναστενάξω;
Πεθαίνεις, Ευγενούλα μου, και μένα που μ’ αφήνεις;
-Σ’ αφήνω, μάνα μ’, έχε γεια και ντύσε με σα νύφη
κι όταν θα σου’ ρθει ο Κωνσταντής, να μη μου τον πικράνεις,
δώσε του γεύμα να γευθεί, δείπνο για να δειπνήσει
και βαλ’ το χέρι στην τζέπη μου και παρ’ τον αρραβώνα
και δώσε τον στον Κωνσταντή αλλού ν’ αρραβωνιάσει,
ωσάν εγώ παντρεύομαι, παίρνω το Χάρο άντρα.

Ο Κωνσταντής επρόβαλε στους κάμπους καβαλάρης
με τετρακόσιους άρχοντες, πεζούς, καβαλαραίους,
με δεκαπέντε φλάμπουρα, μ’ εννιά ζυγούς παιγνίδια,
βλέπει μεγάλη σύναξη στου πεθερού το σπίτι.
-Για σταματείστε, φλάμπουρα, και σεις παιγνίδια, πάψτε,
βλέπω μεγάλη σύναξη στου πεθερού το σπίτι,
για πεθερά μου πέθανε, για πεθερός μου εχάθη
ή απ’ τα γυναικαδέρφια μου κανένα εσκοτώθη;

Βιτσιά βαρεί τ’ αλόγου του, στου πεθερού του πάει.
βρίσκει τον πρωτομάστορα πόφκιανε το κιβούρι.
-Για πες μου, πρωτομάστορα, ποιανού είναι το κιβούρι;
-Είναι τ’ ανέμου, του καπνού και της ανεμοζάλης.
-Για πες μου, πρωτομάστορα, καθόλου μην το κρύβεις.
-Η Ευγενούλα πέθανε, η μικροπαντρεμένη.
-Να ζήσεις, πρωτομάστορα, που φκιάνεις το κιβούρι,
φκιάσ’ το πλατύ, φκιάσ’ το φαρδύ, να φτάνει δυο νομάτους.

Βλέπει παπάδες πόψελναν, μοιρολογίστρες κλαίνε,
βλέπει την Ευγενούλα του να είναι πεθαμένη,
χρυσό μαντήλι σήκωσε και την φιλεί στο χέρι,
χρυσό μαχαίρι έβγαλε και στην καρδιά το βάζει.

Εκεί που θάψανε το νιο εβγήκε κυπαρίσσι
και κει που θάψανε τη νια εβγήκε καλαμιώνα,
λυγογυρίζει η καλαμιά, στρέφει το κυπαρίσσι
κι ένα πουλί κελάηδησε και σ’ άλλο το ξηγιόταν:
-Για δες τα κακόμοιρα, τα πολυαγαπημένα

σα δε φιλήθ’καν ζωντανά, φιλιόνται πεθαμένα.

***

Ο Μικρο-Κωνσταντάκης 
ή «Η μάνα Φόνισσα»

Κωστάκης να που κίνησε, στο δάσκαλο να πάει
κι ο δάσκαλος τον γύρισε πίσω να γιοματίσει.
Στο δρόμο που επήγαινε, στο δρόμο που πααίνει,
βρήκε τη μάνα τ’ που έπαιζε με τρία παλικάρια.
-Έννοια σου, μάνα μ’, έννοια σου, εγώ θα μαρτυρήσω.
-Τι είδες, βρε Κωστάκη μου και θα το μαρτυρήσεις;
-Τι έιδα μαύρη, μάνα μου, τι άκουσαν τ’ αυτιά μου.

Το μάχαιρο της έβγαλε, τον Κώστα για να κόψει,
τα σκώτια του τα έπαιρνε, στο μάειρα να πάει
κι ο μάειρας τα γνώρισε που ήταν του Κωστάκη.
Να κι ο Γιαννάκης έρχεται με τ’ άλογο καβάλα.
-Γυναίκα, που ‘ναι το παιδί, ο γιός μας ο Κωστάκης;
-Τον έλουσα, τον χτένισα και στη γιαγιά πηγαίνει.
Βιτσιά βαρεί το άλογο και στη γιαγιά πηγαίνει.
-Γιαγιά μου, που ‘ναι το παιδί, ο γιός μου ο Κωστάκης;
-Τρείς μέρες έχω να τον δω και τρεις να τον φιλήσω.
Βιτσιά βαρεί το άλογο, στο σπίτι του πααίνει.
-Γυναίκα, που ‘ναι το παιδί, ο γιός μου ο Κωστάκης;
Τον έλουσα, τον χτένισα, στο δάσκαλο πααίνει.
Βιτσιά βαρεί το άλογο, στο δάσκαλο πααίνει.
-Δάσκαλε, που ‘ναι το παιδί, ο γιός μου ο Κωστάκης;
-Τρεις μέρες έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω
κι αν δε φανεί και σήμερα, θέλω να τον ξεγράψω.
Βιτσιά βαρεί το άλογο, στο σπίτι του πηγαίνει.
-Έλα άντρα μ’, να φας, σκώτια μαγειρεμένα.
Και με την πρώτη πιρουνιά τα σκώτια απιλόενται:
-Αν είσαι Τούρκος, φάγε με, εχθρός κατάρασε με,
αν είσαι συ πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με,
κι αν είσαι συ η μανούλα μου, Τούρκα θε να πεθάνεις.
Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε, στο μύλο την πααίνει.
-Άλεσε, μύλε, άλεσε της λυγερής κεφάλι,
για να τ’ ακούσει ο ντουνιάς, να μην το κάνει άλλη.

(από το Γερακάρι Κάλαμπάκας)

***

Ο Μενούσης

Ο Μενούσης, ο Μπερμπίλης κι ο Ρεσούλ Αγάς,
σε κρασοπουλειό πηγαίναν για να φαν να πιούν.

Κει που τρώγαν, κει που πίναν και που γλένταγαν,
κάπου πιάσαν τη κουβέντα για τις όμορφες.

- Όμορφη γυναίκα που `χεις βρε Μενούσ’ Αγά!
- Πού την είδες, πού την ξέρεις και τη μολογάς;

- Χθες την είδα στο πηγάδι που `παιρνε νερό
και της `δωσα το μαντήλι και μου το `πλυνε.

- Αν την ξέρεις κι αν την είδες, πες μου τι φορεί;
- Ασημένιο μεσοφόρι με χρυσό φλουρί.

Κι ο Μενούσης, μεθυσμένος πάει την έσφαξε.
Το πρωί ξεμεθυσμένος πάει την έκλαψε.

Σήκω πάπια μ’ , σήκω χήνα μ’ , σήκω πέρδικα μ’ .
Σήκω λούσου και χτενίσου κι έμπα στο χορό.

Να σε δουν τα παλληκάρια να μαραίνονται.
Να σε δω κι εγώ ο καημένος και να χαίρομαι.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου